Τιμητική ημερίδα για Μιχάλη και Λετίτσια Σταυρακάκη

Ανώγεια, 19 Ιουνίου 2016


…παρ’ εκτός και μόνης της Παιδείας

Λίγη παραπάνω σιωπή, λέει ο ποιητής, μπορεί να σκοτώσει το ίδιο αποτελεσματικά με μια λέξη, λίγη παραπάνω σιωπή μπορεί να κάνει την ίδια ζημιά με την αμετροέπεια ή τη χωρίς όριο επανάληψη, που θα πει οι απείραχτες μνήμες ή αφήνουν τον καιρό να πλαστογραφεί τα γεγονότα, ή ολότελα επιτρέπουν στο χρόνο να απλώνει τη σκόνη του απάνω στα αξιομνημόνευτα, που θα πει, έρχεται, ώρα, που δεν παίρνει άλλη αναβολή το χρέος και πρέπει να παραμεριστεί το καθημερινό και να στραφεί ολάκερη η προσήλωσή μας σε εκείνο που αμνημόνευτο πεθαίνει.
Και όταν έρχεται, λοιπόν, η ώρα, καθώς τώρα, να τιμήσεις την κινητή επέτειο μιας μνήμης, το πρώτο, που σου έρχεται στο νου είναι να χαμηλώσεις τα φώτα. Τα φώτα τα πολλά, ξέρετε, έχουν την αδιακρισία να μη σέβονται τις εσωτερικές στιγμές.
Όταν όμως πρόκειται για δημόσια εκδήλωση, εκεί όπου οφείλεις να εκτεθείς , πρέπει να επιλέξεις εκείνον από τους τρόπους, που σε εκθέτει λιγότερο, που σημαίνει να σταθείς απέναντι σε εκείνον που θέλεις να τιμήσεις με σεβασμό και τόλμη, έτσι που να μη χρωματίζεται η ανάμνηση από το κίτρινο της εθιμοτυπίας και η περίσκεψη από την αλήθεια της αποκάλυψης να περιορίζει, όσο γίνεται, τη λαιμαργία των προβολέων.


Αγαπητοί συγχωριανοί, αγαπητοί φίλοι, μαθητές και συμμαθητές του Γυμνασίου Ανωγείων, όσοι βρίσκεστε, ως φαίνεται καλώς εσμίξαμε, αφού όταν επικοινώνησε μαζί μου ο Μήτσος ο Σταυρακάκης, για να μιλήσουμε για τη σημερινή εκδήλωση, είχα την αίσθηση ότι κιόλας είχαμε αργήσει, ότι παρά τις ως τώρα εκδηλώσεις μνήμης και τιμής κι από την οικογένεια κι απ’ το Δήμο, απομένει ακόμη και εις το διηνεκές μεγάλο μέρος από την οφειλόμενη ευγνωμοσύνη προς τους αείμνηστους Μιχάλη και Λετίτσια Σταυρακάκη στο πνεύμα εκείνης της κατηγορικής προσταγής, που ο Μένανδρος τέσσερεις αιώνες πριν από το Χριστό είχε υπογραμμίσει: «χάριν λαβών μέμνησο και δους επιλαθού» .
Χάριν λαβών μέμνησο… δέχτηκα λοιπόν χωρίς δεύτερη σκέψη την ευκαιρία και την τιμή να προστεθώ σε εκείνους, που ανέλαβαν να υπογραμμίσουν το χαρακτήρα και τη γενναιοδωρία ανθρώπων, που είχαν το ψυχικό μεγαλείο να δωρίσουν σε εμάς εκείνο, που η ζωή στέρησε από τους ίδιους και δέχτηκα παρά τους εύλογους ενδοιασμούς, καθώς μιλώντας, είμαι βέβαιος και για λογαριασμό όσων μαθήτευσαν σ’ αυτό το σχολείο, δεν θα ήθελα από σπουδή, αβλεψία ή άγνοια να αδικήσω ούτε τους ευεργέτες ούτε τους ευεργετουμένους!
Όταν αναγύρισα στο νου μου όσα έχουν παρεμβληθεί από το ’67, που αποφοίτησα, η πρώτη σκέψη ήταν να έρθω και ό,τι έχω να πω, να το πω από στήθους, ακριβώς γιατί εγκάρδιο και κατασταλαγμένο μέσα μου δεν είχε ανάγκη, είπα, από περιδιαγραμμάτου διατυπώσεις και φραστικές περικοκλάδες, όμως έχει περάσει κοντά μισός αιώνας και έχουν στοιβαχτεί τόσα και τα λόγια ακόμη και τα εγκάρδια τα παίρνει αέρας και οι μνήμες δε φτάνει να φρεσκάρονται, πρέπει και να κεφαλαιοποιούνται.
Συγχωρέστε μου, λοιπόν, που σαν παλιομοδίτης ομιλητής θα συμβουλεύομαι τα χαρτιά μου, καθώς οι λέξεις οι γραμμένες είναι που μπορούν να μας ξεπερνούν κι όταν εμείς λείψουμε, εκείνες να μένουν!
Τρία κυρίως πράγματα θέλω να πω:
Πρώτα δυο λόγια για τον Ανωγειανό της διασποράς, τον άνθρωπο, που σαν τον Οδυσσέα είδαν πολλά τα μάτια του, αλλά ο νους του δεν αλάργεψε ποτέ από τον τόπο του, ύστερα να υπογραμμίσω την πραγματική, αλλά και τη συμβολική σημασία της προσφοράς, όχι τόσο εκείνου, που είχε απόλυτη ανάγκη ο τόπος, όσο εκείνου που η ψυχή, όταν εγγίζει τις ύστερες έγνοιες, αντιτείνει ως απάντηση στο ερώτημα της προσωρινότητας και τέλος, με κίνδυνο να σας κουράσω, να καταθέσω την προσωπική μαθητική μου εμπειρία, ως ενδεικτική απόδειξη ενός οράματος, που πραγματώνεται σε πείσμα των αντιρρήσεων μιας ανένδοτης εποχής!
Ας δούμε, λοιπόν, με τη μέγιστη δυνατή συντομία ποιος υπήρξε ο Μιχαήλ Σταυρακάκης του Ιωάννου και της Κατερίνας, ο Μιχάλης ο Κρητικός, όπως τιμητικά τον αποκαλούσαν οι ομογενείς στην Αμερική, σαν να διέβλεπαν από νωρίς πως είναι γεννημένος να ξεπεράσει το στενό χώρο του εγώ, της οικογένειας και της ιδιαίτερης πατρίδας και να ανέβει στον ανώτερο κύκλο που είναι η Κρήτη κι από εκεί στον πιο πάνω που λέγεται άνθρωπος!
Και πρώτα η άποψη των αριθμών:
Γεννιέται προτελευταίο παιδί οκταμελούς οικογένειας, έξι αγόρια, δυο κορίτσια, από 12 ως15 Μαϊου 1879.
Στα 1890, εντεκάμιση μόλις χρονών φεύγει για τη Σμύρνη, με την προτροπή και την προστασία τάχα κάποιου ξαδέλφου, ουσιαστικά κυνηγημένος από τη φτώχεια και την κούφια υπόσχεση πως εκεί θα μπορέσει να πάει σε σχολείο.
Οκτώ χρόνια μένει στη Σμύρνη, τα υπόλοιπα 63 της ζωής του ως το 1961 που πεθαίνει ζει και εργάζεται στην Αμερική, Νέα Υόρκη πρώτα και ύστερα Καλιφόρνια.
Από τα Ανώγεια φεύγει ξυπόλυτος και χωρίς καν μια αλλαξιά ρούχα πέρα από εκείνα που φορούσε, τα πρώτα του παπούτσια τα αγοράζει ο πατέρας του στο Ηράκλειο, πριν την αναχώρηση, με αυτά θα πορευτεί τρία χρόνια .
Στη Σμύρνη δουλεύει σε τρία διαδοχικά αφεντικά πότε υπάλληλος, πότε φαμέγιος, συχνά και τα δύο.
Για ενάμιση χρόνο δουλεύει με μόνη αμοιβή το φαγητό του. «εγώ εξακολουθούσα να εργάζομαι την ημέρα στο κατάστημα και το βράδυ στο σπίτι, αλλά ποτέ δε ρώτησα τι μισθό παίρνω, γιατί εμείς οι μικροί και νέοι υπάλληλοι είμεθα ευχαριστημένοι με όσα κι αν μας έδιναν!» σημειώνει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του.
Δουλεύει καθημερινά από το πρωί ως κοντά τα μεσάνυχτα και μόνο κάθε δεύτερη Κυριακή έχει δυο ώρες άδεια για έξοδο.
Ο μισθός του για τα τέσσερα πρώτα αμειβόμενα χρόνια είναι συνολικά 200 μετζίκια, είκοσι για τον πρώτο χρόνο σαράντα για το δεύτερο, εξήντα για τον τρίτο και ογδόντα για τον τέταρτο συν σαράντα μεταλλίκια την εβδομάδα για το μεσημεριανό του, κι όταν μετά οκτώ χρόνια φεύγει για την Αμερική, όλες του οι οικονομίες είναι 22 δολάρια.
Στη Νέα Υόρκη τα 22 δολάρια νωρίς εξανεμίζονται για τα πρώτα έξοδα και παρ’ ότι εργάζεται από την δεύτερη μέρα για ένα μήνα μένει απλήρωτος, ένα βράδυ κοιμάται νηστικός το τελευταίο σεντς το έχει ξοδέψει για μια μπανάνα και το νοίκι πληρωμένο μόνο ως και το επόμενο βράδυ.
Μετά εφτά χρόνια στη Νέα Υόρκη, όπου εργάζεται ως καπνεργάτης κυρίως στο εργοστάσιο των Νοταράδων αναχωρεί για Santa Rosa κωμόπολη κοντά στο Los Angeles της Kalifornia 36 ώρες ταξίδι με 40 δολάρια δανεικά.
Τα πρώτα 15 δολάρια που εξοικονομεί στη συνέχεια τα χάνει μαζί με το βαλάντιο του, αγορασμένο απ’ το Παλέρμο.
Τα τριάντα τέσσερα επόμενα χρόνια από το 1901 ως το 1935, που εργάζεται ασταμάτητα, δραστηριοποιείται στο χώρο της εστίασης, ανοίγει το ένα μετά το άλλο μαγαζί, όπου σερβίρει στρείδια και μπριζολάκια στο τηγάνι αλλάζοντας συνεχώς πόλεις:
Sanra Rosa, Stocton, Sacrameno, Los Angeles και πάλι πίσω.
Έξι φορές συνεταιρίζεται, έξι φορές διαλύει το συνεταιρισμό λόγω διαγωγής των συνεταίρων, την τελευταία λόγω χρεοκοπίας και ξεκινά από την αρχή, ως το 1917 που αξιώνεται να αποκτήσει ιδιόκτητο οίκημα για σπίτι και μαγαζιά για να βρεθεί μετά από 30 χρόνια δουλειάς γα ένα διάστημα με εισόδημα 525 δολάρια έξω οι φόροι 200 με 325δολάρια το μήνα.
Παρά ταύτα αυτοκίνητο αγοράζει για πρώτη φορά το 1924 στα 46 του, ύστερα από 34 χρόνια καθημερινής δουλειάς με ωράριο από 12-19 ώρες ημερησίως.
Στα Ανώγεια για να δει του δικούς και τον τόπο του, να μυρίσει τη μυρωδιά των προβάτων και της βερβελίδας γυρίζει τέσσερεις φορές
Πρώτη από τη Σμύρνη στα 1898
Δεύτερη Απρίλη του 1908
Τρίτη το 1923 μετά τη μικρασιατική καταστροφή και τέλος πέντε χρόνια πριν το θάνατό του, το 1957. Λογαριάστε ότι κάθε υπερατλαντικό ταξίδι απαιτούσε με τα μέσα της εποχής ένα μήνα πήγαινε, ένα μήνα έλα και μια ως δυο μέρες από Ηράκλειο ή Ρέθυμνο για Ανώγεια με ταχυδρομική άμαξα, με μουλάρι ή με τα πόδια.
Τέσσερεις φορές κινδύνεψε η ζωή του, αν δε λογαριάσουμε εκείνη την περίπτωση που κόντεψε να του κόψουν το αριστερό πόδι κακοφορμισμένο από ρευματισμούς και αξιοθρήνητη διάγνωση κομπογιαννίτη γιατρού.
Δύο στη Σμύρνη, από αναμμένη λάμπα καθώς αποκοιμιόταν προσπαθώντας να διαβάσει, μια στη Νέα Υόρκη από εισπνοή διοξειδίου του άνθρακος σόμπας με γκάζι.
Και μια παρά λίγο επιτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, όταν κάποια στιγμή άνεργος, άφραγκος και άρρωστος είδε κι απόειδε και πήρε το δρόμο για το ποτάμι!
Παντρεύεται στα 32 του, αφού μόνο τότε νιώθει ότι μπορεί να αναλάβει τις ευθύνες του γάμου και συνδρομή από γυναίκα στο πορτοφόλι του δεν καταδέχεται καθώς οι αληθινοί άντρες μιας άλλης άνισης εποχής.
Τα 20 τελευταία χρόνια της ζωής του είναι με σακχαρώδη διαβήτη και τα 10 τελευταία με ινσουλίνη, μαθαίνει μάλιστα και την απαιτούμενη καθημερινή ένεση την κάνει μόνος του και από το 1951 έχει τη Λετίτσια με ημιπληγία από συμφόρηση
Στα 74 του αυτός ο αγράμματος άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να γράψει την αυτοβιογραφία του, χωρίς την οποία δεν θα είχαμε το απέριττο λαογραφικό και κοινωνικό αυτό ντοκουμέντο την οποία ωστόσο σταματά αιφνιδίως στα 1953 κρατώντας για τον εαυτό του τα δεινά των ύστερων χρόνων του!
Έδωσα όλα αυτά τα στοιχεία, όχι γιατί οι αριθμοί ξέρουν να μας πουν όλη την αλήθεια, αλλά γιατί σίγουρα μπορούν να μας προστατεύσουν από την αφελή εντύπωση πως ένας δικός μας πήγε στην Αμερική , όπου, ποιος ξέρει πως, βρήκε ένα ποταμό δολάρια από τα οποία κάποια τα έστειλε στους δικούς και στον τόπο του, γιατί έτσι κάνουν οι θείοι από την Αμερική και πάντως, γιατί οι αριθμοί δίνοντας μας το μετρήσιμο μέρος μιας μυθιστορηματικής αφήγησης, μπορούν να μας υποψιάσουν για το ψυχικό σθένος, τη θέληση και τις άλλες αρετές που διέθετε αυτός ο απόλυτα αυτοδημιούργητος άνθρωπος για να φέρει τη ζωή με το μέρος του και τέλος, για να φανεί πως οι ενάρετοι άνθρωποι δεν προκύπτουν έτσι απλώς, είναι γινόμενα πολλών προσθαφαιρέσεων.
Και πράγματι μελετώντας κανείς προσεκτικότερα την αυτοβιογραφία του, αλλά και τις άλλες πηγές και μαρτυρίες της εποχής, δε δυσκολεύεται να διακρίνει όλα τα γνωρίσματα, που καθιστούν το Μιχάλη Σταυρακάκη, έναν μαχητή της ζωής, έναν ακέραιο άνθρωπο, που με τη δημιουργικότητα, το πείσμα και τη συνέπειά του από φιλάνθρωπος και ευεργέτης, βαθμιαία ανάγεται σε πολύτιμο κοινωνικό πρότυπο.
Από τον τόπο του το χωρίς δεύτερο πουκάμισο παιδί φεύγει εφοδιασμένο με το ένστικτο της επιβίωσης και τα στοιχεία της γεωγραφικής αγωγής, που από αιώνες παραδίδονται ως φυσική προίκα: εργατικότητα, τόλμη και αποφασιστικότητα, σεβασμός στον άνθρωπο, ελεύθερο φρόνημα, εγκράτεια μέχρις ασκητικότητας , φιλοτιμία και με την πρώτη και με την ύστερη έννοια, πρωτόγονη περηφάνια και πίστη εις έναν θεό που παραστέκει και προστατεύει, με ένα λόγο αυτά που αποκαλούμε αρχές.
Όλα αυτά τα καταγωγικά στοιχεία ενισχυμένα από τα μαθήματα ζωής και τα παθήματα λειτουργούν μέσα του ως είδος εσωτερικού συντάγματος, στο οποίο υπακούοντας από προαίρεση παραμένει αυτοπειθαρχημένος, δηλαδή ηθικά ελεύθερος άνθρωπος.
Τα στοιχεία αυτά του χαρακτήρα του τον καθιστούν έναν θετικά προβλέψιμο άνθρωπο προσφερόμενο για σταθερές σχέσεις φιλίας και συνεργασίας.
Μιλώντας κανείς μαζί του ξέρει με ποιον έχει να κάνει, ο λόγος του είναι συμβόλαιο και τα όριά του αδιαπραγμάτευτα, ένας γνήσιος Ανωγειανός, που παρά τις κοσμοπολίτικες επιρροές παραμένει αμετακίνητος από τις προγονικές σταθερές. Άνθρωπος των απόλυτων τιμών, ή τα βρίσκεις μαζί του ή δεν τα βρίσκεις, έχοντας κόψει επί ζημία μόνος του το περισσότερο της διαδρομής, για να συναντηθείτε, κάθε περαιτέρω παζάρεμα το θεωρεί έκπτωση και το αντιμετωπίζεται ως προσβολή.
Ένα παράδειγμα: το 1908 έχει ανοίξει μαγαζί στο Στόκτον, ο συνεταίρος του Γιάννης Σαλζιάν, που έχει βάλει το κεφάλαιο και άλλον να εργάζεται στο πόδι του θεωρεί ότι ο Μιχάλης, που εργάζεται και διευθύνει το μαγαζί, τον κλέβει, κάνει λοιπόν έλεγχο στα βιβλία και ακολουθούν τα παρακάτω: «τότε τον ρώτησα εάν βρήκε κανένα λάθος στην διαχείριση και μου είπε «όχι» μόνο μεταχειρίζεσαι πολλά αυγά και πολύ βούτυρο και του είπα ότι το μαγαζί πιάνει 42- 48 δολάρια την ημέρα και πρέπει να μεταχειρίζομαι όλα αυτά τα υλικά και ότι δεν έχω κανέναν να ταϊσω, μόνον ό,τι τρώγω εγώ και αμέσως μου λέγει « βρε εγώ σου έκαμα μια χάρη, που δεν σου την έκανε ούτε ο πατέρας σου». Με αυτήν την λέξη εράγισε η καρδιά μου, μου επείραξε το αίσθημά μου, διότι εγώ θα του ήμουν πάντοτε ευγνώμων, αλλά δεν περίμενα τόσο γρήγορα να μου το βγάλει από τη μύτη. Τότε του λέγω: « το γνωρίζω και σε ευχαριστώ που μου έκαμες καλό. Γιαυτό και εγώ άρχισα το μαγαζί με έναν άνθρωπο. Εργάζομαι 18-19 ώρες την ημέρα και με την πληγή ακόμη στο ποδάρι μου. Εγώ έως ότου θα είμαι συνεταίρος σου, δεν θα σου καταχραστώ ούτε ένα λεπτό. Εσύ θέλεις να ωφεληθείς από την καταβολή των χρημάτων σου καθώς και εγώ, αλλά όχι και να πλουτίσουμε σε ένα μήνα. Πριν να πλουτίσω μου επείραξες το αίσθημά μου, φύγε λοιπόν πήγαινε να κόψεις ξύλα και την Δευτέρα θα χωρίσουμε, δεν θέλω να είμαι συνεταίρος σου.» τη Δευτέρα το πρωί επήγα στο γραφείο του και του είπα να πάμε στο δικηγόρο δια να χωρίσουμε. Εκείνος μου λέγει «ξέχασέ το Μιχάλη, ένα λόγο είπαμε, ξέχασέ τον, «όχι κυρ- Γιάννη του λέγω, διότι με πρόσβαλες και αυτό με πείραξε κατάκαρδα».
Με ανάλογο τρόπο διαλύει τους πέντε συνεταιρισμούς, στον επόμενο μάλιστα με τον Γεώργιο Βαλσαμάκη προχωρά ένα βήμα παραπέρα… διαβάζω «αμέσως άλλαξε το χρώμα του από εντροπή δια την μικροπρεπή πράξιν, που αγόρασε μερικά πράγματα κατά το ήμιση εις βάρος μου, αφού ήτανε βέβαιος ότι θα αγόραζε το μερίδιό μου, γιαυτό δεν ήξερε τι να ειπεί. Εθεώρησα καθήκον μου να του δώσω ένα μάθημα με ευγενικό τρόπο. Εγώ πάντοτε τον εσεβόμουν διότι με έσωσε την βραδυά που ήμουνα σε μεγάλη απελπισία και επήγαινα δια να πέσω στο ποτάμι. Αλλά δεν ήλπιζα ότι ήτανε τόσο αμαθής άνθρωπος, αυτός που είχε γυρίσει όλον τον κόσμο με διάφορα πλοία και δεν μπόρεσε να μορφώσει τον εαυτόν του, δια να είναι ένας ανόητος άνθρωπος ολιγότερον στον κόσμο.
Κάθε που διαλύει έναν συνεταιρισμό, εφαρμόζει το πιο ανόθευτο σύστημα δοσοληψίας, που οι Αρχαίοι αποκαλούσαν αντίδοση, προσαρμοσμένο στην περίσταση σημαίνει ή σε αγοράζω, ή με αγοράζεις, όσα ζητάς τόσα παίρνεις, αφήνοντας πάντα τον άλλο να προτείνει πρώτος.
Κατά τα άλλα γαλουχημένος με ακραία δικαιοσύνη στο πνεύμα του « Δε θέλω αθρώπου το κακό, μα και στο δίκιο απάνω…» ξέρεις πως αν δεν μπορείς να βρεθείς με το μέρος του, τον έχεις απέναντι και όσο κι αν αυτό τον κάνει ανήμπορο να κρατήσει τους φίλους ή να διαλέξει τους εχθρούς του, είναι πρόθυμος να πληρώσει το τίμημα, γιατί πιο πάνω από την ανάγκη της όποιας συναναστροφής ή συνεργασίας έχει τοποθετήσει την αξίωση του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας. Αυστηρός και απόλυτος δεν είναι της συγνώμης άνθρωπος, αλλά είναι πια καιρός να ξεπεράσουμε την πονηριά της ηθικής, που υπαγορεύει να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, οι άνθρωποι, πως λέει ο Wilde, είναι ή γοητευτικοί ή πληκτικοί και ο Μιχάλης Σταυρακάκης είναι ένας άνθρωπος περιβόλι.
Όλα όμως αυτά τα στοιχεία, θα συμφωνήσετε, υποθέτω, είναι γνωρίσματα κοινά όλων, όσοι καταγόμαστε από αυτόν τον αυστηρό τόπο, που δε συγχωρεί την κοινοτυπία και προ πάντων τη μετριότητα.
Εκείνο που κάνει το Μιχάλη Σταυρακάκη να διαφέρει είναι ότι με το βίο και την πολιτεία του περιλαμβανομένης και της αυτοβιογραφίας, αναδεικνύεται σε κάτι ανώτερο, είναι αυτό, που αν η λέξη δεν είχε καταντήσει τόσο γυαλιστερή, φορτωμένη με άλλες σημασίες από την αυτοκρατορική της χρήση, θα αποκαλούσαμε έναν από ταπεινή καταγωγή ευγενή άνθρωπο και με την έννοια αυτή να αναγνωρίσουμε ότι ο Μιχάλης Σταυρακάκης είναι ένας ευπατρίδης των Ανωγείων.
Κι αν είναι αλήθεια πως από τα λόγια, τις πράξεις και τις σιωπές κρίνεται και βαθμολογείται η ηθική ποιότητα της ευγένειας ενός ανθρώπου ο δικός μας άνθρωπος τα διέθεται σε αξιοθαύμαστο βαθμό.
Αγράμματος αλλά βαθειά καλλιεργημένος με εκείνη την αγωγή που έχει για έδρα της τη φιλοπεριέργεια, την παρατηρητικότητα αλλά κυρίως την αθωότητα του παιδικού βλέμματος ο Μιχάλης Σταυρακάκης μας άφησε πρώτο κληροδότημα την αυτοβιογραφία του.
Είναι θέμα της απογευματινής εισήγησης του κυρίου Αποστολάκη, επιτρέψτε μου ωστόσο δυο λόγια για αυτό το βιβλίο, που η επανέκδοσή του εν όψει της ημερίδας είναι που δίνει το ειδικό βάρος στην σημερινή εκδήλωση.
Πρόκειται για ένα γοητευτικό ανάγνωσμα σαν εκείνα που συναντά κανείς μόνο σε κείμενα παιδιών ή όσων αυτοδίδακτων στερήθηκαν τα γράμματα, αλλά προστατεύτηκαν και από την ψυχρή ακαδημαϊκότητα των σπουδαγμένων.
Από λογοτεχνική άποψη είναι ένα ευχάριστο ξάφνιασμα, λιτού παρατακτικού λόγου διαταγμένου σε χρονικά ευθύγραμμη αφήγηση με τη λεπτότητα και καλαισθησία μιας γλώσσας που την αφήσαμε και μας άφησε, όπου η καθαρεύουσα σκέψη συναντιέται με μια δημοτική αίσθηση πραγμάτων και η διατύπωση διατηρεί τη σαφήνεια και τη αισθητική αρχαιοπρέπεια μιας γλώσσας που αποπνέει άρωμα Ελληνικότητας, με διάσπαρτους απολαυστικούς τοπικούς ιδιωματισμούς.
Αντίστοιχα κείμενα στη Νέα Ελληνική λογοτεχνία είναι, από όσο ξέρω, τα μνημειώδη απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, η Ιστορία ενός στρατιώτη, του Χρίστου Καραγιάννη, που αφηγείται στρατιωτικές εμπειρίες από την Κριμαία ως το Σαγγάριο ή από τα παιδικά κείμενα εκείνο το γράμμα μικρού παιδιού παραμονή πρωτοχρονιάς στο θεό, όπου με αφοπλιστική αφέλεια ρωτούσε: «αγαπητέ θεέ αφού ξέρεις τι θέλω να μου φέρει ο Άγιος Βασίλης, γιατί σ’ αρέσει να μ’ αφήνεις να προσεύχομαι;»
Δεν ξέρω πως γίνεται αλλά τα κείμενα αυτά νοηματικά και αισθητικά άψογα διατηρούν την απλότητα της σημασίας των λέξεων και ακέραιη την αίσθηση μιας γλώσσας που έρχεται χωρίς διακοπή από τον Όμηρο!
Ύστερα είναι το περιεχόμενο: αυθεντικές, άδολες πληροφορίες, που αναστηλώνουν εικόνες μιας εποχής και που ενώ σε κάνουν να τρομάσσεις για την ταχύτητα που περάσαμε από την ασετιλίνη στους λαμπτήρες πυρακτώσεως κι από την αργόσυρτη αλληλογραφία στην πλανητική διαδικτύωση, σε παρηγορούν στη σκέψη πως ο νοσταλγός του παρελθόντος κάθε που θα νιώθει την ανάγκη να αναπαλαιώνει την αίσθηση μιας πραγματικότητας πιο κοντινής στο φυσικό μέτρο, θα βρίσκει εδώ κειμήλια και παραστάσεις λόγου, που μιλούν για τις μεταφορές τις διατροφικές συνήθειες, τους νόμους της αγοράς το επιχειρείν πριν το πλαστικό χρήμα, τον καημό του ξεριζωμού ή την εξαθλίωση από τα δεινά του πολέμου.
Το σημαντικότερο όμως για μένα, που λόγω ειδικότητας έμαθα να εκτιμώ τα συμφραζόμενα των λέξεων, είναι η δύναμη αυτού του κειμένου να μορφώνει τον αναγνώστη με την παμπάλαια παιδευτική μέθοδο, που είναι η διδακτική δύναμη του παραδείγματος, ήρθε στιγμή που διαβάζοντας αυτό το βιβλίο δεν ήξερα αν αυτά που διδάχτηκα ήσαν λιγότερα ή περισσότερα από άλλα πολύ πιο περισπούδαστα διαβάσματα.
Ακριβώς γιατί είναι απαλλαγμένο από περιττούς λογοτεχνισμούς και θολά νοήματα, ακριβώς γιατί είναι τόσο απλά αληθινό, μπορεί ανάμεσα στα άλλα να πείσει πως η ευγένεια της γραφής μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, πως δεν τα καταφέρνουν μόνο οι άδικοι με το χρήμα, και πως δικαιωματικά δικό σου είναι μόνο ό,τι με κόπο απόκτησες τόσο, όσο αχρεωστήτως να μπορείς να το χαρίσεις.
Μετά βέβαια έρχεται η χειρονομία της δωρεάς: 42 χιλιάδες δολάρια για το Γυμνάσιο Ανωγείων, ένα περίπου αντίστοιχο ποσό για το Δημοτικό Σχολείο στα Άρμα Ανώγεια, και 2 χιλιάδες δολάρια για την ανέγερση του μνημείου πεσόντων είναι ένα ασύλληπτο ποσό για τη δεκαετία του 60 και χωρίς την προστιθέμενη αξία, που του προσδίδει το ό,τι ο τόπος, όπου διατίθεται είναι ακόμη καθημαγμένος από έναν παγκόσμιο και έναν εμφύλιο πόλεμο!
Εκείνο ωστόσο που το κάνει να είναι ευεργέτημα με ανεκτίμητη αξία είναι ότι η δαπάνη αυτή αποτελεί το ταμίευμα εξαντλητικής προσωπικής εργασίας μιας ολόκληρης ζωής και εγκράτειας τόσο ασκητικής που αγγίζει τα όρια της αγιότητας. Δείτε πως ζει ο ίδιος στα 74 του και με τη Λετίτσια κατάκοιτη: «έτσι λοιπόν τώρα στα γεράματά μου κάνω αναγκαστικώς όλες τις δουλειές του σπιτιού μας. Πλένω, σιδερώνω, μαγειρεύω, καθαρίζω το σπίτι, κυτάζω και περιποιούμαι τα άνθη της αυλής μου. Περιποιούμαι τη σύζυγό μου, τη βοηθάω να πέσει στο κρεββάτι, την ντύνω, της χτενίζω τα μαλλιά και τη βοηθώ σε κάθε της ανάγκη και όλα αυτά γιατί δεν υπάρχουν εδώ υπηρέτριες, πρέπει να τις πληρώσεις ένα δολάριο την ώρα, μόνο οι εκατομμυριούχοι δύνανται να έχουν υπηρέτριες»
Αλλά και πέραν τούτου, για να εκτιμηθεί με το σωστό νόμισμα η δωρεά του, πρέπει να συνυπολογιστεί και ο τομέας όπου αυτή χορηγήθηκε. Θα ήταν το ίδιο αξιέπαινο, αν αυτή η χορηγία διετίθετο για την ανέγερση ενός Νοσοκομείου για παράδειγμα, ενός γηροκομείου, ορφανοτροφείου, η άλλου ευαγούς ιδρύματος, όμως δε θα ήταν το ίδιο σημαντική, καθώς που όλοι αυτοί οι τομείς επουλώνουν πληγές, αλλά κινούνται προς την κατεύθυνση της αποφυγής του χειρότερου. Η στόχευση προς επίτευξη του άριστου πραγματώνεται με την πρόληψη κι είναι γι’ αυτό που «η παίδευσις» είναι το «πρώτον των παρ’ ημίν αγαθών» και από άποψη ποιοτικής υπεροχής και από άποψη επενδυτικής αποδοτικότητας.
Ρώτησαν το σύγχρονο Γκουρού της οικονομίας κάποιον Αμερικανό, που ξεχνώ το όνομά του, πού μπορεί κανείς να επενδύσει με ασφάλεια και υψηλές αποδόσεις τα χρήματά του και απάντησε χωρίς περιστροφές στη παιδεία!
Αυτό ήταν από πάντα για τους διορατικούς το διαχρονικό χρηματιστήριο των υλικών
και ηθικών αξιών. Στην παιδεία τα χρήματα βρίσκουν τον πραγματικό τους προορισμό, αυτό άλλωστε σημαίνει η λέξη χρήμα, όχι το ολοκληρωτικά αλλά το ολοκληρωμένα χρήσιμο, αλλιώς γίνεται δαιμονικό μέσο που οδηγεί στη απληστία και την κουφότητα.
«Ποιος είμαι εγώ που θα σε κρίνω ω πλούσιε, εγώ ο κατατρεγμένος από τη φτώχεια μου, όπως κι εσύ από τα ανώφελά σου πλούτη!» σχολιάζει σχεδόν σαρκαστικά ο Ezra Pound.
Δεν υπάρχει πιο σταθερό νόμισμα να επενδύσει κανείς από την παιδεία, γιατί η παιδεία σ’ ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωή σου και παράλληλα γιατί η παιδευτική δύναμη της αγωγής μπορεί να περιστείλει την αλαζονεία από την καταλυτική εξουσία της γνώσης
Υπάρχουν άπειρες αναφορές από ανθρώπους του πνεύματος, που υμνούν το αγαθό της παιδείας ως αξία πάνω από τις τρέχουσες αξίες, σε ένα βιβλίο πρόσφατα γραμμένο από έναν πατριώτη μας το Λουκά Παπαδάκη από την Ιεράπετρα που πραγματεύεται το βίο και τη θρησκευτική πολιτεία του επίσης συμπατριώτη μας Αρχιεπισκόπου Μελέτιου Μεταξάκη, με τον εύγλωττο τίτλο «Ο δέκατος τρίτος Απόστολος», βρήκα νομίζω την πιο χαρακτηριστική.
Απευθυνόμενος ο δικός μας Απόστολος στη Μητέρα εκκλησία της Ιερουσαλήμ της ζητεί να ευγνωμονεί το Σκευοφύλακα του πατριαρχείου αρχιμανδρίτη Ευθύμιο, που εξ ιδίων επανίδρυσε τη Σχολή του Σταυρού. Λέει λοιπόν σε μετάφραση: «Ευγνωμοσύνη νάχεις στον Ευθύμιο, που αυτό εδώ το τέμενος ίδρυσε ξανά, έδωσε ευγενικό περί αρετής αγώνα και πρόσφερε ως προς αυτά που κρίνονται λαμπρά βραβείο άριστο. Τι με το χρόνο φαίνονται όλα γυρίζουν πίσω, τα πάντα παρ’ εκτός και μόνης της παιδείας. Τους δυο τελευταίους στίχους αξίζει να τους θυμάται κανείς και από το πρωτότυπο: «τω γαρ χρόνω, λέει, παλίντροπα φαίνονται τα πάντα, παιδείας μόνης πλην»
Ο Μιχάλης Σταυρακάκης, παρ’ ότι απλός επιχειρηματίας είχε τη διορατικότητα να αποφύγει τα παλίντροπα και διακρίνοντας τη διαφορά μεταξύ χρήσιμου και ανεκτίμητου να επενδύσει εκεί όπου το οικονομικό κεφάλαιο μετατρέπεται σε ανθρώπινο δυναμικό.
Πέρα ωστόσο από τα λόγια και τις πράξεις, είναι και η σιωπή που με τον τρόπο της συνηγορεί και ορίζει το ηθικό ανάστημα ενός ανθρώπου,
Τίποτα πιο αληθινό, έχουν πει, από εκείνο που δε λέγεται. Και για δείτε πόσο αυτό βρίσκει την εφαρμογή του στην περίπτωση του Σταυρακάκη.
Σε ολόκληρη την αυτοβιογραφία του σε ό,τι θεωρεί άξιο λόγου αναφέρεται διεξοδικά και με ατελείωτες λεπτομέρειες, κρατάει ωστόσο για τον εαυτό του τα πολύ προσωπικά από λεπτότητα, από σεμνότητα τα πολύ σπουδαία και από υπερηφάνεια τα οδυνηρότερα.
Διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του, καθώς που αποφεύγει τον εξομολογητικό τόνο δεν υπάρχει αναφορά στο πιο σημαντικό κεφάλαιο ενός νέου που είναι ο ερωτισμός εκτός από έναν υπαινιγμό σε ένα σημείο, αποσιωπά ολότελα όσα ανάξια παθαίνει κανείς στα γεράματα, αλλά προ πάντων σχεδόν απογοητεύοντας τον αναγνώστη από σεμνότητα δεν αναφέρει λέξη για το έργο ζωής του ίδιου και της Λετίτσιας, που είναι εκείνο που τους εξασφαλίζει την υστεροφημία, το ότι δηλαδή διέθεσαν όλες τους τις οικονομίες για να μπορούν να μάθουν γράμματα γενιές ολόκληρες παιδιών αφημένων στη μοίρα τους «Χάριν λαβών μέμνησο και δους επιλαθού».
Εκείνοι λοιπόν ως όφειλαν, ξέχασαν εμείς κατά καθήκον είμαστε πάλι εδώ και με ευγνωμοσύνη θυμούμαστε.
Το ημιγυμνάσιο Ανωγείων, έτσι μνημονεύεται στον τύπο της εποχής, ιδρύεται το 1954 και εγκαινιάζεται αρχές του σχολικού έτους 1955-56, έκτοτε λειτουργεί με κυμαινόμενο πληθυσμό ως σήμερα. Η αρχή δεν είναι εύκολη, για να εξασφαλιστεί ο μαγικός αριθμός 37 μαθητών που απαιτείται για την ίδρυσή του, κινητοποιείται ολόκληρη η κοινωνία των Ανωγείων, εγγράφονται αρχικά και εθελοντές, που δεν έχουν πρόθεση να σπουδάσουν και μετεγγράφονται βαθμιαία όσοι ήδη φοιτούν σε σχολεία μεγάλων πόλεων.
Η μισθοδοσία των καθηγητών, ως που να την αναλάβει η πολιτεία, γίνεται με δίδακτρα και εράνους, το νέο σχολείο ωστόσο ξεκινά δυναμικά, ο Δήμος ιδρύει οικοτροφείο προσελκύει μαθητές από την επαρχία Μυλοποτάμου και την ευρύτερη περιφέρεια, που την εποχή της ακμής του φτάνει να φιλοξενεί ως και τετρακόσιους μαθητές και μαθήτριες, παράλληλα αξιοποιείται η εξ Αμερικής βοήθεια από το σχέδιο Μάρσαλ και για ένα διάστημα οι μαθητές σιτίζονται στο σχολείο. Όλα αυτά μετατρέπουν το Γυμνάσιο, που έτσι το αποκαλούμε και όταν εξελίχτηκε και σε Λύκειο στο πιο ζωτικό κύτταρο της Ανωγειανής κοινωνίας.
Έχουν εγγραφεί ασφαλώς περισσότεροι, αφού κάποιοι διέκοψαν ή μετεγγράφηκαν στην πορεία, αλλά το στατιστικό δεδομένο είναι ότι ως και την παρελθούσα σχολική χρονιά έχουν αποφοιτήσει 1735 , από αυτούς το 60% κορίτσια και 40% αγόρια και από αυτά 684 από άλλες περιοχές σε σύνολο 86 από διαφορετικά χωριά και 1051 Ανωγειανάκια.
Ένα από αυτά τα Ανωγειανάκια ήθελαν οι οργανωτές της ημερίδας να είναι σήμερα στο βήμα και πέρα από την ευγνωμοσύνη του να καταθέσει δειγματικά το προσωπικό του βίωμα. Τι πάει να πει πάω γυμνάσιο στα Ανώγεια τη δεκαετία του 60 και πού βγάζει αυτό στη συνέχεια.
Πριν και μετά από μένα η μάνα μου, από φτώχεια και για του θεού το χατήρι για να δανειστώ μια φράση από την αυτοβιογραφία του Σταυρακάκη, έκανε από τρία παιδιά. το όλον εφτά, τόχε καημό ένα τουλάχιστον να σπουδάσει, τα πρώτα δε γινόταν, έπρεπε να δουλέψουν, τα ύστερα ήσαν ικανά και για άλλα πράγματα, ο πιο μπόσικος, ασθενικός καθώς ήμουν, βρέθηκα εγώ, βοήθησε ως φαίνεται και η κουβέντα του δασκάλου «ετούτος εδώ κάτι μπορεί να κάνει» πιάστηκε από αυτό η μάνα, μου ‘δωσε ευχή και κατάρα «βάλτο καλά στο νου σου, έλεγε, θα πηγαίνεις στο σχολιό μέχρι να βγάλεις ψαρά μαλλιά» έβγαλα το δημοτικό, το 62-63 γράφτηκα στο γυμνάσιο, καλός μαθητής προς το μέτριο, έκανα την ανάγκη φιλοτιμία, να επιβιώσω, η δικαίωση των Σταυρακάκηδων και της μάνας ήρθε αργότερα.
Τη θυμάμαι χρόνια μετά το διορισμό μου να κάθεται κάτω από την κληματαριά στις Κουκουβάουνες και να πλέκει μ στο βελονάκι. Σαν να μην το είχε πιστέψει ακόμη, ήξερε και πως ήμουν αγοραφοβικός, εσώκλειστος και λιγομίλητος σήκωσε λοιπόν τα μάτια πάνω από τα γυαλιά και μισοκαμαρώνοντας και μισοαπορώντας ρώτησε «και δηλαδή εσύ τώρα έγινες καθηγητής;» «καθηγητής σπούδασα, ρε μάνα, τι ήθελες να γίνω ζαχαροπλάστης» απάντησα, να διασκεδάσω τη συγκίνηση, δε μίλησε, ξανάσκηψε στο βελονάκι, αλλά πάλι δε το χώνεψε, ξαναρώτησε «και θες να πεις πως μπαίνεις μέσα στην αίθουσα και μιλείς;»
Όμως αυτά πολύ αργότερα, εκείνα τα χρόνια στα δεκαπέντε είμαστε ακόμη παιδιά και παιδί θα πει να ξέρεις να χαίρεσαι χωρίς προοπτική και τα έφερνα δύσκολα, προσθέστε ότι στο σπίτι δεν υπήρχε ούτε Τσελεμεντές και βιβλιοθήκη είχα το πρεβάζι του παραθύρου, και το χειρότερο η παιδαγωγική της εποχής σε παρέδιδε ολοκληρωτικά στους δασκάλους με την αφετική επιφύλαξη του γονιού «δάσκαλε το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μου» και, θέλω να το πω, υπήρξαν καθηγητές, που υπερέβαλαν εαυτούς σε συνέπεια προς αυτήν τη φασίζουσα παιδαγωγική, αφήνω τους ξυλοδαρμούς, τον ομαδικό εκκλησιασμό και τους άλλους αναγκασμούς, καλή ώρα η απαγόρευση παρακολούθησης άσεμνων θεαμάτων όπως οι παλιές Ελληνικές ταινίες, που σήμερα θεωρούνται το σημαντικότερο τηλεοπτικό μέσο για να αναχαιτιστεί η χυδαιότητα των περισσότερων από τα προϊόντα της έβδομης και όχι μόνο τέχνης.
Ήταν δύσκολα χρόνια αυστηρά και άκαμπτα, αλλά ήταν τότε, που η πλειονότητα των δασκάλων, που είχαν επίγνωση της αποστολής τους, μπόρεσαν να συνδυάσουν την αποφασιστικότητα με την αγάπη κι είναι σ’ αυτούς που οφείλουμε τη νοσταλγία των μαθητικών μας χρόνων.
Χάρη σ’ αυτούς τους ανθρώπους η δωρεά του Μιχάλη και της Λετίτσιας έπιασε τόπο, δεν ξέρω αν γίναμε άνθρωποι, αλλά μάθαμε γράμματα σε μια εποχή, που όποιος είχε βγάλει σχολαρχείο εθεωρείτο σπουδαγμένος και εύρισκε ανοιχτές πόρτες για δουλειά κι έναν δρόμο που έβγαζε στην ανακάλυψη του κόσμου και του εαυτού του..
Τι κι αν το κεραμίδι του Γυμνασίου ήταν ένα με το δρόμο, γεγονός, που πρέπει να πούμε, λύπησε και τον ίδιο το δωρητή, όταν το διαπίστωσε την τελευταία φορά, που ήρθε στα Ανώγεια, γιατί πράγματι και λειτουργικά, αλλά πρωτίστως σημειολογικά υπαινισσόταν κατά έναν τρόπο ότι ο τόπος αυτός ιεραρχούσε ανάποδα τις προτεραιότητες ανάμεσα στις υπηρεσίες και τα λειτουργήματα και τα σχολιά ωσάν οι εκκλησίες τόχουνε τάμα να φλερτάρουν με ένα ύψωμα.
Η παρέμβαση ωστόσο του, θαρρείς πεταμένου στον γκρεμό Γυμνασίου Ανωγείων, υπήρξε καταλυτική για την ίδια την επιβίωση και την ποιότητα της ζωής όλων όσοι φοιτήσαμε σε αυτό και αναβάθμισε το πνευματικό επίπεδο και τη όλη εξέλιξη του χωριού, Αναλογιστείτε ότι ακόμη και σήμερα, που το προνόμιο της γνώσης θεωρείται αυτονόητο, το 70% του πληθυσμού της γης είναι αμόρφωτοι και μόνο ένας στους δύο εναλφάβητος.
Να σημειώσουμε ακόμη ότι από τους 1735 που ως τώρα έχουν αποφοιτήσει η συντριπτική πλειονότητα έχει προχωρήσει σε πανεπιστημιακές και μεταπανεπιστημιακές σπουδές και όλοι αυτοί οι άνθρωποι ως επιστήμονες, επιτηδευματίες ή καλλιτέχνες δικαιώνουν το όραμα εκείνων που επένδυσαν πάνω στην προσωπική και την κοινωνική τους προκοπή και πολλοί από αυτούς, κουβαλώντας τις ίδιες καταβολές με το παιδί χωρίς δεύτερο πουκάμισο και διαπνεόμενοι από την ίδια έγνοια για την καταγωγική τους αφετηρία, δεν ξέχασαν τον τόπο τους και εκφράσανε τη νοσταλγία και τη αγάπη τους για τον όμορφη και παράξενη πατρίδα με τη γλώσσα που πρωτόμαθαν στα θρανία αυτού του σχολείου.
Δίδω δυο παραδείγματα όχι γιατί είναι τα μόνα ή τα καλύτερα, αλλά είναι αυτά, που γνωρίζω και τα έχω πιο πρόχειρα.
Τα Ανώγεια είναι ένας τόπος ξεχωριστός και το ξέρουν, αυτοορίζονται ως το κέντρο του ενός άλλου σύμπαντος και αυτό το σύμπαν, όπου ο Δίας είναι περαχωριανός βοσκός, η Παναγιά Ανωγειανή και το φεγγάρι επίσης, δε μπορούσε, ως φαίνεται, να μην έχει το δικό του Άξιον εστί ή τη δική του Ιθάκη, και το φρόντισαν σε ανύποπτο χρόνο δυο απόφοιτοι του 67, το πρώτο γραμμένο από το Γιανάκο Ξυλούρη, το δεύτερο έναντι οφειλής, από το γιο της μάνας με το βελονάκι.
Ακούστε λοιπόν το Ανωγειανό Άξιον Εστί
Τι τα στόματα ήσαν πολλά και το χώμα λίγο και το νερό βιαστικό.
Άξιον εστί το σπαράγγι στην άκρη του ψηλού πουρναριού, που δεν το έφτανα τα κατσίκια.
Άξιον εστί το αργό κύλισμα του χοχλιού και το σημάδι, που άφηνε στο πέρασμά του, πριν τρυπώσει στη στενή τρύπα του βράχου.
Άξιον εστί το καφέ του μανιταριού, που τα πρόβατα το μπέρδευαν με τα φύλλα του γέρικου δρυ.
Άξιον εστί το κόκκινο στην άκρη του βολβού, που πρόβαινε και πρόδιδε την ύπαρξή του.
Άξιον εστί τα ελάχιστα καρύδια, που δεν τα έφταναν οι νοικοκυραίοι τον καιρό της σοδιάς.
Άξιον εστί το ελάχιστο κόκκινο στη φλούδα του καρπουζιού στα καλοκαιρινά φαγοπότια των μεγάλων.
Άξιον εστί η φωλιά της πέρδικας στα χαμόκλαδα και του κότσυφα στις απόκρημνες κορφές των βράχων.
Άξιον εστί η πράσινη μύξα στο καύκαλο του δεξιού άσαρκου χεριού των μικρών παιδιών, που οι μανάδες τα έδερναν, για να είναι, λέει, καθαρά.
Και πιο άξιο η κοπριά του πρόβατου, της αίγας και του γαιδάρου, μεγάλο στήριγμα στο λίγο χώμα, για να βλαστήσει η ελάχιστη βρούβα, η μικρή πατάτα, ο ψηλός βλαστός του αμπελιού και τα λίγα κουκιά με τα μαύρα μαμούνια.
Είναι η βαριά μοίρα αυτού του τόπου, που σε κάνει να στιμάρεις το κύρος του ελάχιστου και, που πριν ξεστομίσεις μια βλαστήμια, σου βγαίνει ένα δόξα σοι και στερεώνεται απ’ την αρχή πάλι η μέσα σου άρχουσα τάξη.
Η Ιθάκη πάλι είναι το πιο πολυμεταφρασμένο Ελληνικό κείμενο, ταυτισμένο με την πιο εκφραστική ποιητική ταξιδιωτική οδηγία, το να αποτολμά κανείς να γράψει τη δική του Ιθάκη είναι τουλάχιστον θράσος, όμως για την Ανωγειανή Ιθάκη ο δρόμος πάει από αλλού!,
Τιτλοφορείται: Ανώγεια – Iθάκη : Δρομολόγιο
Λέει:
Τα όνειρα που βγάζουν σε γκρεμό ν’ ακολουθείς,
σε ανάβαθες χαρές μη χαραμίζεσαι
και μαραμένες χειραψίες.
Λευκές ψηλές γυναίκες και οι κορφές
και περιμένουν να τις κατακτήσεις.

Σε μεταχειρισμένες συγκινήσεις μην ξοδεύεσαι,
από δρόμους ανοικτούς σε μέρη θα πορεύεσαι
γνωστά και σε προορισμούς.
Άληκτες βεβαιότητες θα σε υποδέχονται,
όμως εσύ την έκπληξη γεννήθηκες να συνοδεύεις.

Συγνώμες μη σκορπάς εδώ και εκεί,
για τις μεγάλες παραλείψεις που έκανες,
τα λάθη τα ωραία φύλαξέ τες,
εκείνα που απ’ αγάπη σε έκαναν, τους άλλους να πονέσεις.
Για εκείνους, που σε περιφρόνησαν, κράτα ένα δάκρυ
κι ας μην το λάβουνε ποτέ.

Τα αποθέματα μην εξαντλήσεις της αγάπης
σε όποιον λεμονανθούς στολίσει τα μαλλιά σου
και άσπρα πέπλα.
Αν δίχως σου να ζήσει δεν μπορεί για σένα, δεν το αξίζει.
Αιχμάλωτη θα σ’ έχει με τη θέλησή σου, όσο θα ζεις.

Είσαι δεν είσαι ποιητής, μονάχα πονεμένους γράφε στίχους
κι ας λένε της χαράς αντίλαλος είν’ το τραγούδι
και ξεφάντωμα.
Εσύ να ξέρεις:
Από την ηδονή του πόνου που νικήθηκε,
χαρά μεγάλη άλλη δεν έχει.

Θήλαζε τ’ ουρανού τις υποσχέσεις.
Εκεί όπου η νύχτα ηττημένη αποσύρεται ξημέρωμα,
στη μέθη σου παραδομένος
κάθε πρωί, να στήνεις τρόπαιο.
Στης μνήμης τις δεξαμενές να επιστρέφεις,
μα ό,τι δεν έζησες, εκεί δε θα το βρεις.

Η τελευταία αυτή ζωή, που ζεις, θα’ναι η μόνη
ολόκληρη ή δεκαδική πάλι είναι λίγη
κι αξεδίψαστη.
Γι αυτό σου λέω: Του χρόνου του ληστή κλέβε στιγμές
και χάριζέ τες σε όποιους αγαπάς.
Αιώνια δικό σου αυτό θα μένει.

Μια μαντινάδα να `χεις έτοιμη στα χείλη,
σαν χελιδόνισμα στην άνοιξη, που σ’ άφησε,
με τ’ όνομα γυναίκας.
Κι όσο της λύρας ο γλυκόλυγμος θλιμμένος,
σαλιγκαράκι εσύ, να τραγουδάς πάνω στο κάρβουνο.

Και που ολοζώντανος σ’ αυτά θα αναλωθείς, παρηγορήσου.
Σε κενοτάφιο οι δικοί σου θα ακουμπήσουνε τη θλίψη,
ανάγλυφη σε δάκρυα κεριών.
Οι σκώληκες, να ξέρεις, μόνο δεν θα σου το συγχωρέσουν,
όμως δε γίνονται κι αυτοί όλοι, βλέπεις, πεταλούδες .

Κι αν από κάποια Ανώγεια φωτεινά ξεκίνησες,
που σε είχαν, ασημάδευτο στους χάρτες,
χρεωμένον δρομολόγιο,
και Έλληνες άνεμοι φουσκώνουν τα πανιά σου και σε πάνε,
στο τέρμα που δε φτάνεις δεν σκοτίζεσαι.
Ορίζοντας η Ιθάκη σου και τό’ξερες απ’ την αρχή.

Στο μεταξύ ό,τι έκαμες, να ζήσεις, το `χεις ζήσει!

Αγαπητοί φίλοι
Η ευγνωμοσύνη αρχίζει με ένα ευχαριστώ, αλλά σαν τη συγνώμη συνοδεύεται πάντα από μια δέσμευση «χάριν λαβών μέμνησο»
Θα ακολουθήσουν υποθέτω και άλλες ημερίδες καθώς δεν είναι λίγα αυτά που απομένουν
Επισημαίνω κάποιες από τις αυτονόητες υποχρεώσεις όλων μας ως τότε.

Να βρεθεί τρόπος να ανακαινιστεί το Γυμνάσιο, να αναβαθμιστεί πληθυσμιακά, να γραφεί, γιατί όχι η ιστορία του, να ενταχθεί στα πλαίσια της τοπικής ιστορίας στη διδακτική ύλη, και πάντως η αυτοβιογραφία του δωρητή του να δίδεται μαζί με το απολυτήριο σε κάθε μαθητή και μαθήτρια ας είναι και με τη μορφή παραμυθιού παραλλάζοντας για την περίσταση το μαγικό κλισέ των παραμυθιών « Μια φορά κι έναν ήταν ένα παιδί ξυπόλητο υπό το όνομα Μιχαήλ Σταυρακάκης, για να φορέσει δεύτερο πουκάμισο ξενιτεύτηκε, μόνο σε ξένη παρτίδα πόνεσε πολύ, αλλά ο πόνος δε γεννάει δικαιώματα, δούλεψε, λοιπόν, περισσότερο και, όταν πρόκοψε, δεν ξέχασε, γράμματα έμαθε μόνο του, παντρεύτηκε τη Λετίτσια Κερν από το Hamilton Canada, παιδιά δεν απόχτησαν άλλα από κείνα που έμαθαν γράμματα και ανατράφηκαν στα σχολεία που χτίσανε, να θυμάσαι είσαι ένα από αυτά !
Και να κλείνει ….. και ζήσαν αυτοί σχεδόν καλά, για να μπορέσουμε εμείς να ζήσουμε καλύτερα!
Λιβαδειά, Ιούνης 2016

Δημήτρης Σαλούστρος


© 2021. ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ ΣΤΑΥΡΑΚΕΙΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ - ΛΥΚΕΙΟΥ ΑΝΩΓΕΙΩΝ. Powered by antilipsis